Θεσμικό Πλαίσιο: Αποφάσεις Οργάνων τής Πολιτείας για το επάγγελμα του Ψυχολόγου
 
Καταδικάσθηκε «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ», από Δικαστήριο τής Χώρας [ΠλΚ: 1064/08.04.2011].
 

Ασκήθηκε δίωξη για παράβαση διατάξεων του Αναγκαστικού Νόμου 1565/1939 (ΦΕΚ 16/τ.Α΄/14-01-1939), «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», δηλαδή απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ιδιώνυμο αδίκημα. Με βάση το κατηγορητήριο: “Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούλιο 2005 έως το έτος 2009 ... σφετερίστηκε τον τίτλο του Ιατρού ... ασκούσε παράνομα το ιατρικό επάγγελμα ... εκδίδοντας μάλιστα και σχετικές γνωματεύσεις που περιλαμβάνουν διάγνωση ψυχικής κατάστασης και συμβουλές θεραπείας χωρίς να έχει άδεια από το αρμόδιο Υπουργείο, χωρίς να είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου και χωρίς να έχει πτυχίο της Ιατρικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου... Για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 26, 27 παρ.1, 53, 79 παρ. 1, 2, 111, 112 Α.Ν. 1565/39”.

 
  Κάντε το PSY.GR Πρώτη Σελίδα  
   
 
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Αρχική σελίδα Site Map Επικοινωνία
  Members Only  
Εκδόσεις-Μελέτες
 
Ημερομηνία Δημοσίευσης: 01 Μάιος 2011
 

Νέο ΒΙΒΛΙΟ. Επικινδύνως Ακατάλληλο!, της Μαίρης Ευαγγελοπούλου, Δημοσιογράφου - Συγγραφέως. Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ.

Νέο ΒΙΒΛΙΟ. Επικινδύνως Ακατάλληλο!, της Μαίρης Ευαγγελοπούλου, Δημοσιογράφου - Συγγραφέως

Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

...Μπροστά από τις δυο γυναίκες πέρασε ο μπάρμπα Κώστας. Διπλωμένος στα δυο, μεσοκομμένος, σχεδόν σακάτης. Πάντα γέρος έμοιαζε από τότε που τον θυμόντουσαν.
Το σακάκι πάνω του -δεν το αποχωρίζεται χειμώνα καλοκαίρι- καταλήγει στα πλάγια σε δυο κρεμασμένες φτερούγες. Βραδύνους και ελαφρώς ελαφρόμυαλος, παρίστανε ότι ήταν. Σκοπίμως… Αλαφροΐσκιωτος, πάντως, ήταν, χωρίς καμιά αμφιβολία. Πώς να μην είναι;
-Τι να σου κάνει, το είχα που το είχα λίγο, μου το έφαγαν και αυτοί οι ρουφιάνοι, τι ήθελες να απομείνει; έλεγε σηκώνοντας τις πλάτες και γελώντας τρανταχτά, σαν το έφερνε η κουβέντα.
Πιο φτωχός και από τους φτωχούς. Εργάτης σ’ όλη του τη ζωή και νεκροθάφτης στα γεράματά του. Μην πάει ο νους σας στα γνωστά «κοράκια». Μιλάμε για τον άνθρωπο που στα χωριά ανοίγει το λάκκο και παραθάβει το μακαρίτη με ό,τι προαιρούνται οι συγγενείς.
Τελευταία σκουντούφλησε άγαρμπα σε μια κοτρόνα μέσ’ τη μέση του δρόμου, έπεσε και έσπασε τη λεκάνη του, σα μόνο αυτό να του έλειπε.
Οι γιατροί στο νοσοκομείο τον μπάλωσαν όσο μπορούσαν και όσο έπαιρνε και νάτος τώρα ο μπάρμπα Κώστας, με το «πι» σαν στήριγμα, πάνω-κάτω, καφενείο-σπίτι. Πάντα γρήγορα, σαν κάποιος να τον κυνηγάει. Χορεύοντας το πάει το «πι», λες και από ένα σημείο και πέρα το κουβαλάει μόνο για ψυχολογικούς λόγους, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί.
Δυο μεγάλες αδυναμίες του απόμειναν: Το κρασάκι και η κουβεντούλα.
Έτσι και έχει πιει δυο-τρία και τον καλέσεις να καθίσει στην αυλή το βραδάκι, θα μάθεις και θα ακούσεις από το στόμα του πράγματα που δεν βάνει ο νους σου για έναν άνθρωπο που δηλώνει «αλαφρόμυαλος».
Αυτός ο κυρτωμένος γεροντάκος, είναι ικανός να σου διηγηθεί ιστορίες και να σου περιγράψει σημεία και τέρατα όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τις χειρονομίες και με τις κινήσεις του. Όταν τον ακούς και τον βλέπεις, έχεις την αίσθηση ότι μπροστά σου ξετυλίγονται σκηνές που μόνο ένας Ζολά θα μπορούσε να ζωντανέψει.
Η μαύρη αλήθεια είναι ότι δεν ήταν πάντα αλαφροΐσκιωτος ο άνθρωπος που έχουν απέναντί τους.
Υποχρεώθηκε να παριστάνει τον ελαφρύ από τότε… Για να επιβιώσει. Και έκτοτε του έμεινε. Συνήθισε. Έμαθε ή απλώς βολεύτηκε έτσι.
Να μην σε παίρνουν στα σοβαρά, είναι και αυτό μια άμυνα. Ειδικά για τις περιστάσεις που βρέθηκε να είναι μπλεγμένος από νεαρός ο μπάρμπα Κώστας, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει.
Αυτό το τότε είναι μακρινό, πολύ μακρινό. Τότε στον εμφύλιο. Τότε, που μικρό παιδί, πήγε αυτός μόνος του, μόλις το έμαθε, να μαζέψει τα κομμάτια του αδερφού του που τον είχαν πετσοκόψει «αυτοί οι ρουφιάνοι»(…)
Με καρτέρι τον έπιασαν τον αντάρτη, στο βουνό, στα βόρεια του χωριού. Τον έγδαραν ζωντανό και τον έκοψαν κομματάκια. Ύστερα τοποθέτησαν τα κομμάτια σ’ ένα ξύλινο κουτί και τα πέταξαν μισολιωμένα στον Αι Νικόλα. Από κει μάζεψε ό,τι απόμεινε από το παλικάρι ο νεαρός τότε μπάρμπα Κώστας. Ο άλλος αδερφός, ο τρίτος, έπεσε κάπου στην Αθήνα στα Δεκεμβριανά.
-Μένα με άφσαν να ζήσω. Τι να με κάνουν; Ποιοι και γιατί να φοβηθούν μένα; Μ’ έδωσαν το βρομόξυλο της ζωής μου οι ρουφιάνοι και με παρατήσανε. Κλάδεψαν τον ανθό, λέει και ξανάλεει ο μπάρμπα Κώστας, αδικώντας ολοφάνερα, αλλά εντελώς συνειδητά, τον εαυτό του.
Σαν να είναι και αυτό ένα μνημόσυνο για τα δυο του αδέρφια, αλλά για τόσα και τόσα παλικάρια του χωριού.
-Πήρα, που λέτε το τράστο, (το ταγάρι) πήγα πάνω στο εκκλησάκ’, μοναχός, έβαλα μέσα ότι βρήκα από τον αδερφό μ’.
Μιλάει και σκύβει και κουνάει τα χέρια, σαν να επαναλαμβάνεται η ίδια και η ίδια ανατριχιαστική διαδικασία. Και όσο οι δυο γυναίκες ένοιωθαν ανήμπορες να ακούσουν παρακάτω, τόσο αυτός συνεχίζει με λεπτομέρειες.
Και όσο συνεχίζει, τόσο φεύγει στον «κόσμο» του, όπου όλα είναι αλήθεια, αλλά και όπου όλα φαίνεται να έχουν πάρει διαστάσεις τέτοιες, που να μην μπορεί να τις αντέξει μυαλό ανθρώπου, έστω και μισοσαλταρισμένου.
Επανέρχεται:
-Μέχρι να τελειώσω, πήραν είδηση τα άλλα παιδιά κι έτρεξαν να τον κλάψουμε, να τον τραγδήσουμε και να τον κηδέψουμε. Χωρίς παπά! Που να ρθεί αυτός ο χέστης! Σκάβαμε, κλαίγαμε και τραγδάγαμε…

Κάπου εκεί σταματά ο μπάρμπα Κώστας. Μια είναι με τις δυο γυναίκες και μια με τον εαυτό του. Παίρνει μια ανάσα, για να συνεχίσει στο ίδιο θέμα, αλλά στο δεύτερο μέρος. Εκείνο της «εκδίκησης»!
Τι εκδίκηση θα μπορούσε να πάρει ένας άνθρωπος σαν τον μπάρμπα Κώστα, που όμως ήξερε πολύ καλά πώς και ποιοι ρουφιάνοι –πάντα έτσι τους αποκαλούσε- έφαγαν τον αδερφό του;
Το μίσος θέριευε μέσα του, όσο τους έβλεπε κυριάρχους για χρόνια να περιφέρονται στην περιφέρεια, να γλεντάνε, να παντρεύονται, να γεννοβολάνε, σαν να μην είχαν διαπράξει με τα χέρια τους το πιο ανόσιο έγκλημα ανάμεσα σε τόσα άλλα.
Τους έβλεπε να γερνάνε ο μπάρμπα Κώστας και έλεγε από μέσα του: «έγνοια σας, όλοι από τα χέρια μου θα περάσετε».
Και πέρασαν και κακοπέρασαν..!
Όλα όσα έκανε ο νεκροθάφτης, φαινομενικά, γίνονταν καθώς έπρεπε να γίνουν. Ευλαβικά… Ο λάκκος στις σωστές του διαστάσεις και έτοιμος στην ώρα του. Άψογο και το παράχωμα με το μακρύ φτυάρι, αφού πρώτα έπεφτε το σχετικό «συχώριο».
Όταν, όμως, οι τεθλιμμένοι συγγενείς απομακρύνονταν και άλλο μάτι δεν έβλεπε (εκτός από αυτό του Θεού, τον οποίο, δικαιωματικά, τον θεωρούσε σύμμαχό του, αν και συχνά πυκνά του έριχνε τα … καντηλάκια του), όταν έμενε μόνος του σ' ένα ιδιότυπο τετ α τετ με τον παραχωμένο μακαρίτη, άρχιζε γι αυτόν η εκπλήρωση ενός χρέους και ενός όρκου.
Τότε ο ελαφρόμυαλος άρχιζε να χοροπηδά και να παρακαλά όλους τους δαιμόνους της κολάσεως -γιατί εκεί θα πήγε σίγουρα ο «σκατόταφος». Ίδια η Αποκάλυψη του Ιωάννη τα λόγια του και ας μην την είχε διαβάσει ποτέ.
Το μυαλό της Άννας πήγε αμέσως σ' εκείνη την φοβερή τοιχογραφία στην οροφή της εκκλησίας του χωριού που απεικονίζει την κόλαση και αναρίγησε.
Εκεί, πλάι της, ο σκυφτός γέρος αρχίζει την αναπαράσταση. Χοροπηδά και να γελά με μια εξαιρετική αγαλλίαση. Λες «τώρα θα πέσει», αλλά αυτός ξαπετά κυριολεκτικά, συνεχίζει τις μικρές πτήσεις του, σαν να μην τον βαραίνουν ούτε τα χρόνια, ούτε η σπασμένη και κακο-κολλημένη λεκάνη του. Σαν να μην πατά σε τούτη τη γη, σαν να έχει επιτελέσει μια ιερή αποστολή(…)
Τώρα σηκώνεται όρθιος και με μια αποφασιστικότητα που κάνει ακόμα και τη λεκάνη του να φαίνεται πιο ίσια, λέει σαν να προειδοποιεί:
-Πείτε ότ’ θέλετε, εγώ έτσ’ θα τους θάψω όλους! Σχεδόν τελείωσαν. Και ύστερα θα ψοφήσω και θα πάω να βρω τον αδερφό μ’, το Θανάσ’, τον Βαγγέλ’, το Φώτο, τον Νίκο, τον Στέργιο.., και θα τσ’ πω ότι κάτι έκανα και γω!
 Είπε, είπε και κίνησε να φύγει, χαιρετώντας με μια αόριστη κίνηση του χεριού. Καμπουριαστός πάλι, αλλά πιο ανάλαφρος.
Να έλεγε αλήθεια ή έπλασε όλα όσα έλεγε με τη φαντασία του;
Τι σημασία έχει;
Σημασία έχει ότι το ζούσε πιο έντονα και από τη μεγαλύτερη αληθινή πράξη.
Γιατί είχε ανάγκη να το κάνει.
Γιατί δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι ποτέ και κανένας δεν θα πλήρωνε το παραμικρό, έστω και μετά θάνατον.
Να, αφού για έναν από τη συμμορία των δολοφόνων που πέθανε και κηδεύτηκε στην Αθήνα και δεν μπόρεσε να τον «περιποιηθεί», ή να ισχυρισθεί ότι τον «περιποιήθηκε», διέδωσε ότι την τελευταία φορά που τον είχε δει, λίγο πριν πεθάνει, παρατήρησε ότι μέσα στα μάτια του είχαν φυτρώσει τρίχες.
-Τρίχες μεγάλες και σκληρές σαν του γουρουνιού, που καλύτερα να τον είχαν γδάρει ζωντανό τον σκατόψυχο, παρά να παιδεύεται έτσι! συμπλήρωσε, με ένα είδος ευφορίας, την ώρα που έφευγε…   


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

….Ο θείος της, ο «άμοιρος», είχε έναν πολύ καλό φίλο. Στέλιο τον έλεγαν και ήταν από ένα διπλανό χωριό.
Πολλά είχε ακούσει γι αυτό το παλικάρι η Άννα. Πέρασε από τόσα βασανιστήρια στη Μακρόνησο, που δεν άντεξε το μυαλό του, σάλεψε! Με τα πολλά, κατάληξε στο δημόσιο ψυχιατρείο, στο Δαφνί, όπου έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του από τότε.
Φοιτήτρια ήταν η Άννα, όταν εκεί που συζητούσαν με τη μάνα της, της έριξε την ιδέα να πάει να τον δει.
Να πάει, ναι, αλλά τι να πει, αφού δεν τον ήξερε τον άνθρωπο.
-Θα πεις ποια είσαι. Ανεψιά του τάδε και κόρη του τάδε. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Να πάς. Γαϊδούρια καταντήσαμε (…)
Και η Άννα το τόλμησε, αφού πρώτα φρόντισε να πάρει πληροφορίες από έναν σύντροφο ψυχίατρο. Αυτός της είπε ότι εκεί μέσα βρίσκονται πολλοί αγωνιστές για τον ίδιο λόγο. Ότι η κατάστασή τους είναι δραματική, πιο δραματική από των άλλων τροφίμων. Γιατί οι περισσότεροι δεν είναι πλέον άρρωστοι. Έχουν πάθει, όμως, ένα είδος ιδρυματισμού. Και επί πλέον, οι περισσότεροι τουλάχιστον, δεν έχουν και που να πάνε.
-Πήγαινε, της είπε, αλλά να ξέρεις πως θα σοκαριστείς. Τσιγάρα πάρε. Όχι μόνο για τον άνθρωπο που πας να δεις…
Δεν σοκαρίστηκε απλώς, αρρώστησε κυριολεκτικά. Από την βαριά εξώπορτα ακόμα την πήραν στο κατόπι οι τρόφιμοι, ζητώντας τσιγάρα. Ευτυχώς είχε πάρει όσα περισσότερα μπορούσε. Δυστυχώς, όμως, ήταν πολύ ασήμαντη η …προσφορά της, για να την ανακουφίσει στο ελάχιστο από το ασήκωτο βάρος που πλάκωσε το στήθος της και της έκοβε σχεδόν την ανάσα.
Κάθε βλέμμα γύρω της, μια μαχαιριά στην καρδιά της. Περπατούσε αργά σαν να ήθελε να «ελέγξει» την κατάσταση, περιτριγυρισμένη από ανθρώπινα ράκη πεταμένα και βυθισμένα στην απόλυτη παραίτηση, στην ανυπαρξία, στο πουθενά. Λες και έχει σπάσει η σπονδυλική τους στήλη στέκονται και σέρνονται οι περισσότεροι. Αισθήματα, προβλήματα, αγάπες, μνήμες και βάσανα, όλα κομμάτια, πνιγμένα στην καταστολή των φαρμάκων ή των φυλάκων. Το στόμα κάποιων χάσκει περίεργα, σαν να έχει ξεχαστεί μονίμως εκεί ένα μισοτελειωμένο απλανές χαμόγελο. Άλλοι, πάλι, κάθονται ασάλευτοι στο ίδιο σημείο, σαν μαρμαρωμένοι και με το βλέμμα τους καρφωμένο στο κενό, στο απέραντο τίποτα.
Καθισμένο ήσυχα έξω, σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα βρήκε τον Στέλιο. Δεν έμαθε η Άννα από πότε είχε να δει άνθρωπο γνωστό του, γιατί ντράπηκε να ρωτήσει. Αδύνατος πολύ της φάνηκε. Τα μαλλιά του κάτασπρα. Λένε ότι είχε ασπρίσει μέσα σε ένα βράδυ στη φυλακή, όταν έμαθε ότι πέθανε η αδερφή του.
Έλαμψε το πρόσωπό του όταν του είπε ποια είναι, αλλά η σκιά της μελαγχολίας δεν έσβησε ούτε στιγμή από το βλέμμα του.
Της έπιασε με μοναδική τρυφερότητα το χέρι, σαν να έπιανε κάτι εύθραυστο, τη φίλησε γλυκά στα μαλλιά και ήρεμα, αργά, με μια όμορφη μπάσα φωνή τη ρώτησε από πότε είναι στην Αθήνα, τι σπουδάζει, τι κάνουν οι γονείς της, αν ζούνε οι παππούδες…
Άλλαξε αμέσως θέμα, όταν η Άννα θέλησε -ίσως γιατί δεν ήξερε τι άλλο να συζητήσει μαζί του- να ανοίξει κουβέντα για την πολιτική κατάσταση, αν και με δυο κουβέντες που πέταξε, φάνηκε ότι ήταν ενημερωμένος.
Έφερε τη συζήτηση πολύ έξυπνα στα …προηγούμενα χρόνια, στα ήσυχα ανέμελα χρόνια της πολύ άγουρης νιότης. Τότε που ήταν ακόμα μαθητής του γυμνασίου.
Αν είναι δυνατόν! Τον γυμναστή που είχαν τότε, τον πρόφτασε και η Άννα ως μαθήτρια!
-Σας έλεγε μήπως και σας: «Με τον πρώτο ρίγος, όξω από τη θάλασσα!»; Έτσι μας συμβούλευε όταν ήταν ν’ αρχίσουν τα θαλασσινά μπάνια, λες και μεις όλο στη θάλασσα πηγαίναμε…, λέει ο Στέλιος και προσπαθεί να γελάσει, μιμούμενος στη αυστηρή βλάχικη προφορά του γυμναστή.
 Είναι, όμως, φανερό ότι έχει ξεχάσει να γελάει, γιατί περισσότερο με σπασμό έμοιαζε η γκριμάτσα γύρω από τα χείλη του…


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

…Όλο αυτό το διάστημα, μετά από κείνη την πρωινή συνέλευση της οργάνωσής της που έδωσε τέλος σε μια άρρωστη πλέον σχέση, η Άννα περιφέρεται σαν χαμένη.
Αυτή που ποτέ ο χρόνος δεν της έφτανε, τώρα της περισσεύει.
Σαν να έχει βγει από ένα προστατευτικό κουκούλι νοιώθει. Σαν να είναι στον αέρα. Σαν να περπάταγε τόσα χρόνια με βοήθεια και τώρα να πρέπει να στηριχθεί διαφορετικά.
Περπατά κάθε απόγευμα, αλλά δεν έχει ούτε ενδιάμεσο σταθμό, ούτε με τι να γεμίσει το δρομολόγιο. Το να ξεκινά από το σπίτι και να καταλήγει στο σπίτι, της φαίνεται κάτι το περίεργο και χωρίς νόημα. Είχε συνηθίσει διαφορετικά το περπάτημα.
Την κουράζει, την φουσκώνει και την αγχώνει αυτό το άσκοπο πήγαινε - έλα. Κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να ρυθμίζει το βηματισμό της σε ρυθμό περιπάτου. Συλλαμβάνει συνεχώς τον εαυτό της να επιταχύνει ασυναίσθητα, σαν να έχει να πάει κάπου, σαν να έχει αργήσει και να βιάζεται.
Και οι φίλοι;
Α, άλλο κεφάλαιο αυτό. Σε κάτι τέτοιες στιγμές το πρώτο που παίρνει σβάρνα η κρίση, είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίως φιλίες που δεν αναπτύχθηκαν «αυτόνομα», αλλά υπό τη σκιά μιας άλλης σχέσης που θεωρήθηκε βαθύτερη, βαρύτερη, ουσιαστικότερη, αλλά που δεν ήταν πάντα έτσι. Τη συντροφικότητα.
Και όταν η συντροφικότητα παύει να υπάρχει έστω ως τυπικός σύνδεσμος, όταν βγαίνουν τα συντροφικά μαχαίρια, όταν το Κόμμα σαλπίζει επιστράτευση κατά του «εσωτερικού εχθρού», τότε η φιλία, στις περισσότερες περιπτώσεις, αποδεικνύεται πέτσινη, μια παρέα που σκορπίζει και τίποτα παραπάνω.
Μια σχέση που μέχρι χθες θεωρούσαμε ακαταμάχητη, γίνεται εύκολα παρελθόν, παγώνει, τυποποιείται, μέχρι που ξεχνιέται, αν δεν γίνεται ακόμα και έχθρα. Ίσως όχι από επιλογή. Ίσως, γιατί απλώς έτσι έρχονται πιο βολικά τα πράγματα(…)
Η ζωή προχωρά και νέες φιλίες ή παρέες χτίζονται…
Το κόμμα έχει ένα αντίδοτο για όλα στην ατζέντα του. Όχι, όμως και γι’ αυτό το ύπουλο σαράκι που φθείρει μαζί με τις ανθρώπινες σχέσεις, συλλογικές αξίες και οράματα, που κατατρώει το ίδιο το «κλίμα» μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν και να αγωνιστούν άνθρωποι και όχι κουρδισμένα στρατιωτάκια.
Έτσι, η συντροφικότητα χάνει την πραγματική της έννοια. Γίνεται επιφανειακή και τυπική έως ψευδεπίγραφη ή σκέτη ψευδαίσθηση. Μια σχέση, τελικά, υποκριτική, ώσπου η καχυποψία να διαποτίσει τα πάντα και η πολιτική να γίνεται εντός των τειχών και όχι μέσα στην κοινωνία. Όσο πιο μεγάλη είναι μια κρίση, τόσο πιο έντονο εμφανίζεται το φαινόμενο.
Μ’ άλλα λόγια, έρχεται μια στιγμή, όπου ο ένας να δίνει εξετάσεις στον άλλο για να έχει φυλαγμένα τα νώτα του και όλοι μαζί να ευλογούν εαυτούς και αλλήλους. Η κοινωνία συνήθως είναι αλλού ή γιατί «δεν κατάλαβε» ή γιατί «παραπληροφορήθηκε»…


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

Την παραμονή της απόφασης που θα την οδηγούσε έξω από το Κόμμα, η Άννα ένοιωσε την ανάγκη να συζητήσει το πρόβλημά της ή τουλάχιστον να το εμπιστευθεί σ’ αυτόν που νόμιζε ως τον καλύτερο φίλο της, αν και από τον καιρό που θεωρήθηκε «αιρετική» είναι αλήθεια ότι δεν είχαν και πολλές-πολλές κουβέντες.
Δεν πρόφτασε να ανοίξει το στόμα της να του μιλήσει και της ήρθε η πετριά στο κεφάλι:
-Έπρεπε να έχεις φύγει από καιρό συντρόφισσα! Δεν θέλω να το παρεξηγήσεις, αλλά απορώ γιατί έμεινες μέχρι τώρα.
Φωνή ξερή, απότομη και το βλέμμα βυθισμένο στο χειρόγραφο! Ούτε στιγμή δεν την κοίταξε στα μάτια! Σαν να εκτελούσε αποστολή!
Το πίστευε, το εννοούσε ή έτσι θεώρησε ότι «έπρεπε» να κάνει;
Δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να απαντήσει στο ερώτημα η Άννα ούτε την άλλη μέρα, όταν αυτός ήρθε και κάθισε βουβός δίπλα της στα σκαλάκια του κτιρίου τη στιγμή που εκείνη περίμενε το ταξί για να φύγει.
Γιατί;
Ίσως, γιατί πάντα θα την βαραίνει η δική της δήθεν αδιάφορη αντίδραση όταν πριν λίγα χρόνια φίλος της αγαπημένος, φεύγοντας εκείνος τότε, την είχε ρωτήσει κοιτάζοντάς την κατάματα: «Αλήθεια Άννα, μπορείς να είσαι όπως πριν εδώ μέσα χωρίς εμένα;». Αδιάφορη έδειχνε, γιατί έτσι «έπρεπε», αλλά μέσα της ένοιωθε ότι διαλύεται.
Και βέβαια τίποτα δεν ήταν όπως πριν...
Ήταν, όμως, εκεί δίπλα της, έστω με ζημιές, έστω διαφορετικό, το κόμμα, η οργάνωση, το υποκατάστατο. Σαν ένα κομμάτι από τον εαυτό της.
Και τώρα; Τώρα, χωρίς αυτό, η Άννα νοιώθει να παραπαίει, ξέμπαρκη. Έκανε καιρό να βρει τα ζύγια της, αν τα βρήκε ποτέ. Να συνηθίσει ότι είναι πια μονάδα και όχι ομάδα όταν σκέφτεται, όταν σχεδιάζει, όταν αποφασίζει, όταν μιλάει σε κόσμο, όταν συμμετέχει, όταν διαδηλώνει, όταν… Πρώτα είχε «πλάτες». Τώρα όχι. Μέσα στο κόμμα, μέσα στο σύνολο, ίσως να ανακαλύπτεις πιο γρήγορα τις δυνατότητές σου, αλλά σίγουρα μπορείς να καμουφλάρεις πιο εύκολα τις ανεπάρκειες, τις ανασφάλειες, μερικές φορές και την ασημαντότητα.
Τώρα είναι μόνη και στο σωστό και στο λάθος. Είναι μόνη, έστω και αν οι περισσότεροι άνθρωποι που συναντά πλέον σε διάφορες συλλογικές προσπάθειες είναι και αυτοί μόνοι, που θα πει ανένταχτοι αριστεροί.
Τους αποκαλούν μερικές φορές «το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς». Λάθος! Μπορεί να είναι οι πιο πολλοί, όμως κόμμα δεν θα μπορέσουν να φτιάξουν ποτέ. Γιατί, απλούστατα είναι διαφορετικοί. Και οι περισσότεροι θέλουν να είναι διαφορετικοί, αν και έχουν τα ίδια όνειρα…


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Σαν δημοσιογράφος η Άννα ήξερε καλά να ψάχνει το Που; Πότε; Ποιος; Γιατί;
Πάντα σ’ αυτή την αναζήτηση, το γιατί ήταν το πιο δύσκολο να απαντηθεί.
Τώρα, όμως, ήταν και εντελώς απροσδιόριστο. Δεν είχε να κάνει με γεγονότα που έπρεπε να ερμηνεύσει, αλλά με εικασίες, με σενάρια…
Ίσως να μπορούσε να απαντήσει σ’ αυτό το γιατί ήταν ίσως η ίδια η μυστηριώδης βαλίτσα και το περιεχόμενό της. Αυτή, όμως, είχε πλέον χαθεί, παίρνοντας μαζί της τις απαντήσεις και το πιθανό μυστικό του άγνωστου ιδιοκτήτη της…
Ίσως γιατί έτσι έπρεπε να γίνει, ίσως γιατί έτσι ήταν σχεδιασμένο.
Είχε πάρει να σουρουπώνει, όταν άκουσε το συνεργείο να τα μαζεύει και το φορτηγό να φορτώνει τα απομεινάρια από ένα σωρό μπάζων. Βγαίνει έξω και φέρνει ένα γύρω το καινούργιο τοπίο.
Μια μικρή αυλή και κάτι υπολείμματα από πέτρες είχαν απομείνει στη θέση του άλλοτε μεγαλοπρεπούς διώροφου.
Άγνωστος έμοιαζε πια ο χώρος και η γειτονιά ολόκληρη αλλιώτικη έδειχνε. Σαν ξεδοντιασμένη, σαν απρόσωπη!
Με το φτυάρι έριχνε ένας εργάτης στην καρότσα του φορτηγού τα τελευταία μπάζα. Ανάμεσα στις πέτρες και στα τούβλα, ξεπροβάλουν κάτι στραπατσαρισμένα λεπτά ξύλα και κάτι που μοιάζει με ένα μικρό διπλωμένο χαρτί ξεφεύγει και γυρίζει πίσω στο χώμα, καθώς η φτυαριά διαγράφει την πορεία της προς την καρότσα του φορτηγού.
Ένα μικρό σημειωματάκι γεμάτο χώματα, γραμμένο μπρος-πίσω, με καθαρά αλλά ψιλά, πολύ ψηλά, γράμματα, κρατά τώρα η Άννα στα χέρια της. Το τινάζει με προσοχή για να φύγουν τα χώματα χωρίς να διαλυθεί και προσπαθεί να διαβάσει, ενώ ταυτόχρονα κατευθύνεται αυτόματα προς το δωμάτιό της, προς τα γυαλιά της.
Χωρίς να αφήσει ούτε λεπτό από τα χέρια της το χαρτάκι, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού και αρχίζει να διαβάζει την ονομαστική κατάσταση που βλέπει τώρα καθαρά μπροστά της.
Διαβάζει και όσο προχωρά, τόσο τρέμουν τα χέρια της. Δεν είναι γραμμένα με αλφαβητική σειρά, αλλά μάλλον με σειρά ευθύνης, τα ονοματεπώνυμα των ανθρώπων που αναφέρονται…
Τελειώνει μονορούφι την πρώτη ανάγνωση και ξαναπιάνει από την αρχή, ένα–ένα και σιγά–σιγά τα ονόματα, φέρνοντας στο νου της φυσιογνωμίες. Μνήμες και ακούσματα ζωντανεύουν στο μυαλό της και από βαθιά μέσα της ξεπηδάει ένα κύμα οργής…


   

 
Συνημμένα αρχεία
 
Επικινδύνως Ακατάλληλο!
 
 
Copyright © 2000 - Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος Όροι Χρήσης Online Επισκέπτες: 33
Τελευταία ενημέρωση : 11 Νοέμβριος 2018