Θεσμικό Πλαίσιο: Αποφάσεις Οργάνων τής Πολιτείας για το επάγγελμα του Ψυχολόγου
 
Καταδικάσθηκε «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ», από Δικαστήριο τής Χώρας [ΠλΚ: 1064/08.04.2011].
 

Ασκήθηκε δίωξη για παράβαση διατάξεων του Αναγκαστικού Νόμου 1565/1939 (ΦΕΚ 16/τ.Α΄/14-01-1939), «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», δηλαδή απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ιδιώνυμο αδίκημα. Με βάση το κατηγορητήριο: “Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούλιο 2005 έως το έτος 2009 ... σφετερίστηκε τον τίτλο του Ιατρού ... ασκούσε παράνομα το ιατρικό επάγγελμα ... εκδίδοντας μάλιστα και σχετικές γνωματεύσεις που περιλαμβάνουν διάγνωση ψυχικής κατάστασης και συμβουλές θεραπείας χωρίς να έχει άδεια από το αρμόδιο Υπουργείο, χωρίς να είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου και χωρίς να έχει πτυχίο της Ιατρικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου... Για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 26, 27 παρ.1, 53, 79 παρ. 1, 2, 111, 112 Α.Ν. 1565/39”.

 
  Κάντε το PSY.GR Πρώτη Σελίδα  
   
 
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Αρχική σελίδα Site Map Επικοινωνία
  Members Only  
Εκδόσεις-Μελέτες
 
Ημερομηνία Δημοσίευσης: 06 Νοέμβριος 2011
 

@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@ :>Το Σπίτι της Κύπρου και οι Εκδόσεις ΝΗΣΟΣ σάς προσκαλούν την Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011 στις 8:00 μ.μ. στην παρουσίαση του βιβλίου τού Μιχάλη Παπαδόπουλου <ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΣ το ΣΧΟΛΕΙΟ>. Μιχάλης Παπαδόπουλος: “Κατά την τριανταπεντάχρονη εμπειρία μου στα σχολεία βρισκόμουν καθημερινά αντιμέτωπος με το αίτημα του εκπαιδευτικού θεσμού για θεραπεία της «σχολικ-οειδούς του απόφυσης» δηλαδή της σχολικής αποτυχίας”.

Το Σπίτι της Κύπρου και οι Εκδόσεις ΝΗΣΟΣ σάς προσκαλούν την Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011 στις 8:00 μ.μ. στην παρουσίαση του βιβλίου τού Μιχάλη Παπαδόπουλου ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΣ το ΣΧΟΛΕΙΟ.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι κύριοι:

  • Αθανάσιος Τζαβάρας, Ψυχίατρος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Παναγιώτης Παπακωνσταντίνου, Καθηγητής Κοινωνιολογίας τής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
  • Γρηγόριος Λεκάκης, Ψυχολόγος.

“Όπως έχει από δεκαετίες τεκμηριωθεί μέσα από τις έρευνες της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης η «απόφυση» της σχολικής αποτυχίας είναι μια πολιτική ασθένεια του υπαρκτού σχολείου η οποία σχετίζεται με τον αναπαραγωγικό του ρόλο μέσα σε μια κοινωνία που είναι ταξικά διαρθρωμένη. Ο σχολικός ψυχολόγος καλείται να «θεραπεύσει» σε ατομικό επίπεδο μια «ασθένεια» την οποία παράγει μαζικά το σχολείο ως φορέας αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα παιδιά θύματα της σχολικής αποτυχίας είναι πάντοτε παιδιά που προέρχονται από τα μη προνομοιούχα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και όχι παιδιά που «πάσχουν» από ατομικές ψυχοπαθολογίες και «μαθησιακές» ή «ειδικές μαθησιακές δυσκολίες» όπως ορίζει η «σύγχρονη» ψυχολογία η οποία εξετάζει το άτομο in vitro, έξω από τις κοινωνικο-ιστορικό-θεσμικές ορίζουσες του”.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

1. Προλογικό σημείωμα Θανάση Τζαβάρα [11]
2. Προλογικό σημείωμα Eric Debarbieux [13]
3. Πρόλογος [17]

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Σχολική Αποτυχία και Λειτουργικός Αναλφαβητισμός
1. ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ [25]
2. ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ [79]
3. ΖΩΝΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ [99]
4. ΖΩΝΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ – Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ [149]

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Σχολείο και ψυχοκοινωνική υγεία του παιδιού. Βία στο σχολείο και νεανική παραβατικότητα
5. ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ [183]
6. ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ – ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΠΡΟΛΗΨΗ, ΔΡΑΣΗ [211]
- Τι είναι η βία στο σχολείο [215]
- Σχολικό κλίμα, ολιστική προσέγγιση και σαφήνεια των κανονισμών [219]
- Ο ρόλος της σχολικής μονάδας κατά της βίας στο σχολείο [225]
- Η εκπαίδευση στην πρόληψη της βίας στο σχολείο [231]
- Προτάσεις αναφορικά με την κατάρτιση των εκπαιδευτικών 235]
- Οι πειθαρχικές ποινές και η βία στο σχολείο [247]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ [255]

ΠΡΟΛΟΓΟΣ του Συγγραφέα

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει κείμενα για το σχολείο και την παθολογία του τα οποία σηματοδοτούν την πορεία του στοχασμού και της μακρόχρονης πρακτικής μου ως σχολικού ψυχολόγου. Κατά την τριανταπεντάχρονη εμπειρία μου στα σχολεία βρισκόμουν καθημερινά αντιμέτωπος με το αίτημα του εκπαιδευτικού θεσμού για θεραπεία της «σχολικ-οειδούς του απόφυσης» δηλαδή της σχολικής αποτυχίας. Όπως έχει από δεκαετίες τεκμηριωθεί μέσα από τις έρευνες της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης η «απόφυση» της σχολικής αποτυχίας είναι μια πολιτική ασθένεια του υπαρκτού σχολείου η οποία σχετίζεται με τον αναπαραγωγικό του ρόλο μέσα σε μια κοινωνία που είναι ταξικά διαρθρωμένη. Ο σχολικός ψυχολόγος καλείται να «θεραπεύσει» σε ατομικό επίπεδο μια «ασθένεια» την οποία παράγει μαζικά το σχολείο ως φορέας αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα παιδιά θύματα της σχολικής αποτυχίας είναι πάντοτε παιδιά που προέρχονται από τα μη προνομοιούχα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και όχι παιδιά που «πάσχουν» από ατομικές ψυχοπαθολογίες και «μαθησιακές» ή «ειδικές μαθησιακές δυσκολίες» όπως ορίζει η «σύγχρονη» ψυχολογία η οποία εξετάζει το άτομο in vitro, έξω από τις κοινωνικο-ιστορικό-θεσμικές ορίζουσες του.

Όπως αναφέρω στο κείμενο «Σχολείο και Ψυχοκοινωνική Υγεία του Παιδιού- Ο ρόλος του σχολείου στην πρόληψη της σχολικής αποτυχίας και των προβλημάτων ψυχοκοινωνικής υγείας και νεανικής παραβατικότητας» η έρευνα έχει καταδείξει πως, ήδη από το νηπιαγωγείο και την Α΄ τάξη του Δημοτικού, τα παιδιά των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων μονοπωλούν το λόγο και τις θετικές αξιολογήσεις των εκπαιδευτικών. Η Liliane Lurcat σχολιάζοντας τ΄ αποτελεσμάτων αυτών των ερευνών υπογραμμίζει «Η εικόνα για τον εαυτό του που ένα παιδί θα οικοδομήσει κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, είναι έντονα σημαδεμένη από τις εμπειρίες που θα ζήσει σε καταστάσεις όπου συγκρίνεται με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Και είναι κυρίως στο σχολείο που θα γίνει αντικείμενο συστηματικής σύγκρισης με άλλα παιδιά. Η εικόνα που θα οικοδομήσει για τον εαυτό του θα εξαρτηθεί ιδιαίτερα από τις αξιολογήσεις και τις κρίσεις των δασκάλων του. Οι αρνητικές αξιολογήσεις πλήττουν περισσότερο τα παιδιά από λαϊκά περιβάλλοντα στα οποία δημιουργούνται και εγκαθίστανται στάσεις αυτοϋποτίμησης, κάνοντας τα να νοιώθουν ανίκανα για μάθηση»Ο ρόλος του σχολείου στην κατασκευή των «καλών» και των «κακών» μαθητών έχει ερευνητικά τεκμηριωθεί από τη δεκαετία του 1960 με τις πρωτοποριακές έρευνες για τις «αυτοπραγματοποιούμενες διαπροσωπικές προφητείες» των Rosenthal και Jacobson.

Η επιστημονική φιλολογία για το «ανακαλυφθέν» τη δεκαετία του 1980 πρόβλημα του λειτουργικού αναλφαβητισμού ενίσχυσε τη θέση περί της κοινωνικής καταγωγής της αποτυχίας στο σχολείο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράζει «τη θλίψη του για το απαράδεκτα ψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού στην κοινότητα που συνδέεται με τη φτώχεια και τις ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος» (1982). Ο Διευθυντής του Διεθνούς Ινστιτούτου Προγραμματισμού της Εκπαίδευσης της Ουνέσκο M. Debeauvais είναι κατηγορηματικός: «Η εξαιρετικά ταχεία ανάπτυξη των εκπαιδευτικών συστημάτων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών πιστεύαμε πως θα έπρεπε να ευνοήσει την κοινωνική κινητικότητα και να συμβάλει με τον τρόπο αυτό στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας. Όμως η εμπειρία των περισσότερων χωρών δεν επιβεβαίωσε την άποψη αυτή. Παρόλη τη χωρίς προηγούμενο αύξηση των μαθητικών πληθυσμών οι ανισότητες διατηρούνται και είναι συχνά πολύ σημαντικές ανισότητες μεταξύ των φύλων, των κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών, των επαρχιών, των αστικών και αγροτικών ζωνών. Μερικές φορές μάλιστα διαπιστώνουμε πως οι ανισότητες αυτές επιδεινώνονται ας πάρουμε ως κριτήρια την πρόσβαση στις σπουδές, τη σχολική επιτυχία ή ακόμα τη μετάβαση από το ένα επίπεδο της εκπαίδευσης στο άλλο. Αυτές οι εκπαιδευτικές ανισότητες συνεχίζονται με ανισότητες στην αγορά εργασίας και μ’ αυτό τον τρόπο αναπαράγουν και ενισχύουν την ανισότητα των εισοδημάτων, των επιπέδων ζωής και των εξουσιών μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων".

Η σχολικοειδής απόφυση της σχολικής αποτυχίας δημιουργεί όμως και παράπλευρες απώλειες που είναι η βία στο σχολείο και η νεανική παραβατικότητα αφού η ιστορική εξέλιξη των ερμηνευτικών σχημάτων τόσο της νεανικής παραβατικότητας όσο και της βίας στο σχολείο τεκμηριώνει πως η μήτρα που γεννά αυτά τα προβλήματα είναι η σχολική αποτυχία. Ο Walgrave συνοψίζοντας τα συμπεράσματα των εγκληματολογικών ερευνών της «Ευρωπαικής Επιτροπής Εγκληματολογικών Προβλημάτων» του Συμβουλίου της Ευρώπης υποστηρίζει ότι «η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η εγκληματογόνος επίδραση του σχολείου είναι η σχολική αποτυχία» και ότι το σχολείο αποτυγχάνει να υποκινήσει το ενδιαφέρον των νέων από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα τα οποία δεν έλκονται από καμμιά επιβράβευση και δεν ικανοποιούνται ούτε τα ενδιαφέροντα ούτε οι ανάγκες τους. Αντίθετα συσσωρεύουν αποτυχίες., ματαιώσεις και απόρριψη. Αντί της «γοήτευσης» τους προσφέρει «απογοήτευση» η οποία με τη σειρά της τα ωθεί σε αναζήτηση ικανοποιήσεων «αλλού».

Στο πρόβλημα της δημιουργίας της βίας στο σχολείο απάντησε με ξεκάθαρο τρόπο ο Καθηγητής Eric Débarbieux Πρόεδρος του Διεθνούς Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο.

Οι πιο πάνω καταγραφείσες ασθένειες και παρενέργειες του υπαρκτού σχολείου βρίσκονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των φιλελεύθερων θεωρητικών και ιστορικών ότι η δημόσια εκπαίδευση προσφέρει δυνατότητες για ατομική ανάπτυξη, κοινωνική κινητικότητα και απόκτηση κοινωνικής και οικονομικής δύναμης σε όσους προέρχονται από κατώτερα και στερημένα κοινωνικά στρώματα. Η έρευνα στα αντικείμενα της σχολικής αποτυχίας και του λειτουργικού αναλφαβητισμού επιβεβαιώνει τις αναλύσεις των ριζοσπαστών παιδαγωγών που υποστηρίζουν ότι οι κύριες λειτουργίες των σχολείων είναι η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και των αντίστοιχων μορφών γνώσης, καθώς και η μετάδοση των δεξιοτήτων που είναι αναγκαίες προκειμένου να αναπαραχθεί η κοινωνική διαίρεση της εργασίας. Σύμφωνα με τον Giroux H. «στο πλαίσιο της ριζοσπαστικής οπτικής, τα σχολεία ως θεσμοί μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσω μιας ανάλυσης των σχέσεων τους με το κράτος και την οικονομία. Με αυτή τη θέαση η βαθιά δομή ή η βασική σημασία του σχολείου μπορεί να αποκαλυφθεί αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο τα σχολεία λειτουργούν ως φορείς της κοινωνικής και πολιτισμικής αναπαραγωγής» (Giroux 1983).

Το ερώτημα που προκύπτει μετά τις διαπιστώσεις περί παθογένειας και αναπαραγωγικής λειτουργίας του σχολείου είναι τι μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξουμε τα πράγματα να «θεραπεύσουμε» την πολιτική ασθένεια του υπαρκτού σχολείου. Σ’ αυτό το ερώτημα μερικοί παιδαγωγοί οχυρώνονται στο περίκλειστο φρούριο ενός μηχανιστικού ορθόδοξου μαρξισμού και άλλων δογματικών θεωρητικών σχημάτων και απαντούν πως το πρόβλημα είναι συστημικό και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα αν δεν αλλάξει πρώτα το σύστημα. Σ’ αυτούς απαντά στο εξαίρετο άρθρο του «αναπαραγωγή και αντίσταση στη νέα κοινωνιολογία της εκπαίδευσης» ο Giroux H. Σ. 66 «Οι θεωρητικοί της αναπαραγωγής έχουν δώσει υπερβολική έμφαση στην ιδέα της κυριαρχίας, χωρίς να παρέχουν στις αναλύσεις τους κάποια σημαντική διορατική παρατήρηση σχετικά με το πώς οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και άλλοι φορείς δράσης συναντώνται σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια προκειμένου να δημιουργήσουν και να αναπαραγάγουν τους όρους της ύπαρξής τους. Πιο συγκεκριμένα, οι θεωρήσεις που κινούνται στο πλαίσιο της αναπαραγωγής έχουν τυποποιηθεί ακολουθώντας δομικές – λειτουργιστικές εκδοχές του μαρξισμού, οι οποίες τονίζουν ότι η ιστορία γίνεται «πίσω από τις πλάτες» των μελών μιας κοινωνίας. Η ιδέα ότι οι άνθρωποι δημιουργούν ιστορία, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών της, έχει αγνοηθεί. Τα ανθρώπινα υποκείμενα γενικά «εξαφανίζονται» σε μια θεωρία που δεν αφήνει περιθώριο για στιγμές αυτοδημιουργίας, διαμεσολάβησης και αντίστασης. Αυτές οι θεωρήσεις μας αφήνουν την εντύπωση ότι η σχολική εκπαίδευση και η κυριαρχία είναι πλάσματα Οργουελιανής φαντασίας. Τα σχολεία αντιμετωπίζονται συχνά σαν εργοστάσια ή φυλακές, οι δάσκαλοι και οι μαθητές δρουν απλώς ως μαριονέτες και φορείς ρόλων, περιορισμένοι από τη λογική και τις κοινωνικές πρακτικές του καπιταλιστικού συστήματος. Υποβαθμίζοντας τη σημασία της ανθρώπινης παρέμβασης και την έννοια της αντίστασης, οι θεωρίες της αναπαραγωγής προσφέρουν λίγη ελπίδα για αμφισβήτηση και αλλαγή των κατασταλτικών χαρακτηριστικών της σχολικής εκπαίδευσης».

Η θέση ότι δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε το σχολείο εκπορεύεται σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη από ιδεολογίες της ιστορικής μοιρολατρίας οι οποίες αδρανοποιούν κάθε ιδέα περί δικαιοσύνης, υπευθυνότητας και που βασίζονται στη ψευδοαυθεντία ιδιαίτερων κοινωνικών δυνάμεων (1991).

Ο Pierre Bourdieu απορρίπτοντας τις ορθόδοξες ριζοσπαστικές κριτικές σύμφωνα με τις οποίες τα σχολεία απλώς αντανακλούν τις ανάγκες του οικονομικού συστήματος ανέπτυξε την έννοια της σχετικής αυτονομίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Θεωρεί ότι τα σχολεία είναι σχετικά αυτόνομοι θεσμοί που επηρεάζονται μόνο έμμεσα από ισχυρότερους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς. Πράγματι, όταν οι εκπαιδευτικοί κλείνουν την πόρτα της αίθουσας διδασκαλίας για να κάνουν μάθημα, υπογραμμίζουν τη σχετική αυτονομία τους στο βαθμό που δρουν ως ενεργά υποκείμενα αφού δεν εφαρμόζουν απλώς το αναλυτικό πρόγραμμα αλλά το ερμηνεύουν, το αναδιατυπώνουν και το προσφέρουν μέσα από τη δική τους υποκειμενικότητα.

Η παιδαγωγική μοιρολατρία και η συνακόλουθη «καταθλιπτική» προσέγγιση που στηρίχτηκε σε μια δογματική ερμηνεία των θεωριών της αναπαραγωγής δέχθηκε οριστικό πλήγμα από τη πρόσφατη έρευνα για τη σχολική εκπαίδευση στις Η.Π.Α., την Ευρώπη και την Αυστραλία. Αυτή η έρευνα που κατέληξε στη διατύπωση των νέων κοινωνιολογικών θεωριών της αντίστασης υπογραμμίζει τη σημασία της υποκειμενικής παρέμβασης και εμπειρίας ως βασικών αξόνων για την ανάλυση της σύνθετης σχέσης ανάμεσα στα σχολεία και την κοινωνία. Οι θεωρίες της αντίστασης στηριζόμενες σ΄ ένα συνδυασμό εθνογραφικών μελετών και πολιτισμικών σπουδών έδειξαν πως οι μηχανισμοί της κοινωνικής και πολιτισμικής αναπαραγωγής δεν είναι τέλειοι και πάντα συναντούν στοιχεία αντίστασης τα οποία πραγματώνονται μερικώς. Ο Henry Giroux εξηγεί πως σύμφωνα με τις θεωρήσεις της αντίστασης «τα σχολεία είναι σχετικά αυτόνομοι θεσμοί οι οποίοι όχι μόνο παρέχουν χώρο για αντίπαλες συμπεριφορές και διδασκαλίες αλλά και αντιπροσωπεύουν πηγή αντιφάσεων που μερικές φορές τα καθιστούν δυσλειτουργικά για τα υλικά και ιδεολογικά συμφέροντα της κυρίαρχης κοινωνίας».

Για να γίνει τούτο δυνατό, όπως αναφέρω και στο κείμενο «Σχολείο και Ψυχοκοινωνική υγεία του παιδιού» ο δάσκαλος θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πως είναι ο εκπρόσωπος της γνώσης διαμέσου της οποίας διοχετεύονται πολιτιστικές αξίες οι οποίες είναι διαφορετικές ανάλογα με τα κοινωνικά περιβάλλοντα. Διότι ο μαθητής που αρχίζει τη σχολική του μάθηση αντιμετωπίζει το πεδίο της γνώσης με προσδοκίες και εικόνες που αντανακλούν τη δική του κοινωνική εμπειρία σε μια καθορισμένη κατάσταση. Θα πρέπει τελικά ο εκπαιδευτικός να συνειδητοποιήσει το ρόλο του στη διαδικασία αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων διότι όπως αναφέρω και στο προαναφερθέν κείμενο αν το σχολείο ως κοινωνικός θεσμός μιας άνισης κοινωνίας αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες δια του μηχανισμού της σχολικής επιλογής και της κοινωνικά διαφοροποιημένης μεταχείρισης των μαθητών τούτο επιτυγχάνεται όχι μόνο εξαιτίας της πολιτικής βούλησης της άρχουσας τάξης αλλά και χάρις στις συγκεκριμένες συμπεριφορές συγκεκριμένων ατόμων που έχουν μια καθορισμένη εκπαίδευση, ένα στάτους κι΄ ένα ρόλο: των εκπαιδευτικών. Θα πρέπει οι εκπαιδευτικοί να διαθέτουν αυτό που ο Paulo Freire ονομάζει πολιτική διαύγεια που σημαίνει να έχουν μια βαθιά επίγνωση των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών πραγματικοτήτων οι οποίες διαμορφώνουν τη ζωή τους και την ικανότητα τους να αναπλάθουν αυτές τις πραγματικότητες. Να μπορούν επίσης να κατανοούν καλύτερα τις πιθανές συνδέσεις των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταβλητών στο μακροεπίπεδο σε σχέση με την σχολική επίδοση των υποτελών ομάδων στο μικροεπίπεδο της αίθουσας διδασκαλίας. Συνακόλουθα να κατανοήσουν οι δάσκαλοι ότι ο ρόλος τους ως παιδαγωγοί είναι μια πολιτική πράξη που δεν είναι ποτέ ουδέτερη.

Μιχάλης Παπαδόπουλος
Ανώτερος Σχολικός Ψυχολόγος Κύπρου
 

********************************************************

Προλογικό Σημείωμα του Θανάση Τζαβάρα

Γνωριστήκαμε με τον Μιχάλη Παπαδόπουλο στο τέλος του 1979, μόλις περίπου μια πενταετία από την τουρκική εισβολή και τη ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου. Ανήκε σε εκείνη την νεαρή γενιά των Κυπρίων επιστημόνων που, μετά από σπουδές στο εξωτερικό, επέστρεφαν στην πληγωμένη πατρίδα τους, να δημιουργήσουν, ο καθένας στον κλάδο του, τις προϋποθέσεις μιας αναγέννησης του κυπριακού κράτους και εκσυγχρονισμού του. Είναι τότε που συνεργαστήκαμε, μαζί και με άλλα μέλη του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου, για την οργάνωση του 1ου Συνεδρίου στην Κύπρου, που έγινε το 1981 στη Λεμεσό. Συμμετείχαμε τότε Ελλαδίτες ειδικοί ψυχικής υγείας και μια πλειάδα νέων Κυπρίων ψυχολόγων, που ναι μεν είχαν κατά νου μια επιστημονική παρουσίαση, τα βασικά τους θέματα, όμως, ήταν οι πρόσφυγες, η κοινωνική αναδιοργάνωση και εν τέλει η δημιουργία προϋποθέσεων μιας μοντέρνας Κύπρου.

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, άμα τη επιστροφή του στην Κύπρο, ανέλαβε εκπαιδευτικός ψυχολόγος για την περιοχή της Λεμεσού και πάραυτα προσπάθησε να εφαρμόσει το δυνατόν πιο σύγχρονα μέτρα εκμοντερνισμού του συστήματος. Εμπνευσμένος οπωσδήποτε από σοφούς δασκάλους και από την παράδοση της γαλλικής ψυχοπαιδαγωγικής που είχε μεγάλο παρελθόν και σημασία στην εξέλιξη των εκπαιδευτικών πραγμάτων της Γαλλικής δημοκρατίας, ξεκινώντας π.χ. από τον Ζυλ Φερρί, προσπάθησε, λοιπόν, να διερευνήσει που ήσαν τα ευάλωτα σημεία του συστήματος λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και στηριζόμενος στις επιστημονικές αρχές της εκπαιδευτικής ψυχολογίας κατάφερε, βήμα με βήμα, να συμμετέχει ενεργά και σε τοπικό και σε εθνικό επίπεδο, στις πολύ χρήσιμες προσαρμογές και βελτιώσεις ενός εκπαιδευτικού συστήματος που τότε, στην δεκαετία του ’70, κουβάλαγε πολλές αγκυλώσεις, είτε τούτο από την αγγλική αποικιακή παράδοση, είτε πάλι από πολλές πεπαλαιωμένες ιδέες του Ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Στο ανά χείρας βιβλίο βρίσκονται εντελώς ικανοποιητικά συγκεντρωμένες οι παρεμβάσεις, είτε τούτο στο σχολικό, είτε πάλι στο κοινωνικό επίπεδο, του μαχόμενου και στρατευμένου επιστήμονα, που στόχο έχει το δυνατόν μεγαλύτερη απελευθέρωση του ανθρώπου. Θα επικεντρώσω λίγο τώρα την προσοχή μου, κυρίως στο μείζον κατά την εκτίμησή μου έργο του Παπαδόπουλου, που είναι η μελέτη και εκπαίδευση των επονομαζομένων λειτουργικών αναλφαβήτων. Πιθανόν οι δομικοί αναλφάβητοι να ήταν εκείνη την εποχή λιγότεροι σε ποσοστό, απ’ ότι στη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά ποικίλες μελέτες και στους δύο τόπους είχαν δείξει ότι οι λειτουργικοί αναλφάβητοι ήσαν λεγεώνα. Χωρίς αυτή τη στιγμή να έχει νόημα να αναλύσουμε την ύπαρξη ενός τέτοιου μεγάλου αριθμού λειτουργικών αναλφαβήτων, ας θυμηθούμε μαζί με τον Παπαδόπουλο ότι η δημιουργία και συντήρηση λειτουργικών αναλφαβήτων, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, είναι η ανοικτή πύλη εισόδου για την κοινωνική καταπίεση, δες για τη δημιουργία προϋποθέσεων ατομικής και ομαδικής παραβατικότητας. Στη διατριβή του, που επί χρόνια πάλεψε και που είχα την τύχη να τον συνοδεύσω σε αυτό τον αγώνα του, ο Μιχάλης Παπαδόπουλος κατάφερε όχι μόνο να έχει επιστημονικώς έγκυρα αποτελέσματα, αλλά και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις συγκεκριμένων πρακτικών προτάσεων για την εξάλειψη του προβλήματος του αναλφαβητισμού και τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου που το ίδιο το κράτος, δηλαδή το εκπαιδευτικό του σύστημα, παρεμβαίνει για τη διόρθωση του κακού.

Ίσως σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, να μην είναι τόσο προφανής η δράση του Παπαδόπουλου και η σημασία της, κυρίως γιατί μερικά από τα ζητούμενα και τα προηγούμενα άγνωστα τώρα έχουν γίνει κανόνας και ρουτίνα σε όλα τα σχολεία της Κυπριακής δημοκρατίας. Τούτο μου επιτρέπει, χωρίς δόση υπερβολής, να σκεφτώ συνειρμικά το πρόσωπο του Μιχάλη Παπαδόπουλου, σε σχέση με μείζονες πρωταγωνιστές των ανά τον κόσμο εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και να πλησιάσω την περίπτωσή του, έστω και αν είναι στο μικρό περιθώριο της μικρής και όμορφης δημοκρατίας της Κύπρου, με πρόσωπα που την ιστορία της εκπαίδευσης την έχουν μαρκάρει βαθιά. Από τον Φράντς Φανόν μέχρι τον Ιβάν Ίλιτς, αλλά κυρίως με τον Πάουλο Φρέιρε, που μπόρεσαν ο καθένας με την περιοχή επιρροής τους να βελτιώσουν και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μιας κάποιας ποθητής, βέβαια, βελτίωσης της μοίρας των ανθρώπων και πολλώ μάλλον, όπως ακριβώς γράφει ο Φρέιρε, την εκπαίδευση των κατατρεγμένων.

Επειδή ακριβώς δεν πιστεύουμε στην ύπαρξη ηρώων, αλλά μόνο στην ύπαρξη συνειδητών και δημιουργικών δημιουργών, χωρίς ίχνος υπερβολής θα κατατάσσαμε τον Μιχάλη Παπαδόπουλο σε εκείνη την φωτισμένη ομάδα δημιουργών που προσπάθησαν και πέτυχαν –πάντα στο μέτρο του δυνατού- το δυνατόν καλύτερη μοίρα για τον άνθρωπο.

Θανάσης Τζαβάρας
Ψυχίατρος

********************************************************

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ERIC DEBARBIEUX, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο πρόλογος είναι μια συνήθης πρακτική κατά την οποία κάποιος που καταπιάστηκε μερικούς μήνες με τη συγγραφή ενός βιβλίου ζητά από κάποιον άλλο, κάπως επώνυμο, να εξηγήσει στους αναγνώστες γιατί πρέπει να διαβάσουν αυτό το βιβλίο. Αρκεί τότε στον προλογίζοντα να διαβάσει τα περιεχόμενα και την περίληψη του βιβλίου στο οπισθόφυλλο για να ανταποκριθεί με τρόπο αξιοπρεπή αλλά απρόσωπο στο καθήκον του. Όμως, επειδή μου το ζητάτε να γράψω αυτόν τον πρόλογο, αγαπητέ μου Μιχάλη Παπαδόπουλε, θα σας πω πως δεν μπορώ να εργαστώ μ’ αυτόν τον τρόπο. Πίσω από το έργο με ενδιαφέρει, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό, ο άνθρωπος, χωρίς τον οποίο το έργο θα ήταν ένα συνονθύλευμα άρθρων γραμμένων για κάποιες δεκάδες ειδικούς οι οποίοι κάνουν αναφορά σ’ εσάς αναμένοντας το αντίστοιχο στις δικές σας βιβλιογραφικές αναφορές, πραγματοποιώντας τον αυτοαναφορικό κύκλο στον οποίο περιορίζεται πολύ συχνά ο πανεπιστημιακός χώρος. Όμως σ’ αυτόν τον χώρο ανήκετε δικαιωματικά με κριτήρια τη γνώση, τις εργασίες σας, τις δημοσιεύσεις σας, χωρίς να είσαστε εντελώς ενταγμένος γιατί αρνείσθε κάθε αποστεωμένη γνώση – αντίθετα είναι η γνώση για τη δράση και για τον άλλο που μετρά για σας.
Θα πρέπει να ομολογήσω πως υπερβάλλετε, αγαπητέ μου Μιχάλη. Χρειάζεται μια γερή δόση αφέλειας, θα έλεγαν οι κήρυκες του σχολαστικού συντηρητισμού, για να γράψεις ένα βιβλίο με τίτλο «Θεραπεύοντας το σχολείο». Πώς είπατε; Δεν ξεχάσατε την θεωρητική, ιδεολογική και φιλοσοφική σας κατάρτιση στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1970, μετά το Μάη του ’68; Πώς; Δεν ξεχάσατε το νόημα της πρακτικής σας ως σχολικός ψυχολόγος. Μιας πρακτικής όπως την αντιλαμβανόταν ο Henry WALLON, στον οποίο συχνά αναφέρεστε και η οποία στοχεύει όχι μόνο να προσαρμόσει το παιδί στο σχολείο αλλά κυρίως το σχολείο στο παιδί. Ένα ολόκληρο πρόγραμμα λοιπόν απλό και άμεσο : το παιδί στο κέντρο, το σχολείο σε διαδικασία αλλαγής, μια άρνηση της οντολογικής ανικανότητας του απροσάρμοστου για μια οπτική πιο συστημική που περιλαμβάνει την κοινωνική κριτική. Αλλά μια ήρεμη κοινωνική κριτική επειδή δεν είναι μόνο αποδόμηση αλλά επιθυμία για μεταρρυθμίσεις και μαζικές αλλαγές. Και το άκρον άωτον της «ασέβειας», οι έρευνες σας είχαν μια επίδραση στην πραγματικότητα. Πού πάμε αν οι ερευνητές βρίσκουν λύσεις τώρα; Πού πάμε αν επιδρούν επί των δημοσίων πολιτικών; Και μάλιστα η πρωτοτυπία των ερευνών σας συνίσταται κατ’ αρχήν στο γεγονός πως έχουν ένα στέρεο δεσμό με την παιδαγωγική πρακτική και πως οδήγησαν σε σημαντικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα και στις παιδαγωγικές πρακτικές καθώς επίσης και ευρύτερα στους κοινωνικούς θεσμούς της χώρας σας.
Ο κύριος τομέας της έρευνας σας αφορά τη σχολική αποτυχία και τον λειτουργικό αναλφαβητισμό. Οι εργασίες σας έχουν οδηγήσει στη δημιουργία και την εφαρμογή του «Προγράμματος Αλφαβητισμού στο Γυμνάσιο», μια καταξιωμένη παιδαγωγική καινοτομία του τοποθετεί την Κύπρο στην πρώτη θέση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο στον αγώνα κατά του αναλφαβητισμού. Αυτό το πρόγραμμα και οι έρευνες σας έχουν εξασφαλίσει μια σημαντική αναγνώριση στους Γαλλικούς επιστημονικούς κύκλους. Το επιστημονικό περιοδικό Ψυχολογία και Εκπαίδευση του Γαλλικού συνδέσμου Σχολικών Ψυχολόγων παρουσιάζοντας ένα από τα άρθρα σας σ’ αυτό το θέμα υπογράμμισε : «οι στόχοι του Προγράμματος Αλφαβητισμού έχουν πράγματι μια γενική αξία και συνιστούν μια πραγματική χάρτα την οποία ο κάθε ψυχολόγος θα μπορούσε να υιοθετήσει» και πως οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από αυτό το πρόγραμμα «ενθαρρυντικές και ενδιαφέρουσες, θα μπορούσαν να γίνουν και στη δική μας χώρα» (Psychologie et Education, n.44, mars 2001). Ακόμη, ο συνάδελφος μας J. J. Bonniol, ο οποίος προσκαλώντας σας να παρέμβετε για δύο εβδομάδες πάνω στο θέμα «Αναλφαβητισμός, σχολικός αποκλεισμός και σχολικός πόνος» στις εκπαιδεύσεις του δεύτερου και τρίτου κύκλου στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής της Aix-en-Provence, απευθύνθηκε σ’ εσάς κρίνοντας «χρήσιμο που η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω σας, είχε το κουράγιο να θέσει ένα ζήτημα που εμείς ντρεπόμαστε να θέσουμε, αυτό της σχολικής αποτυχίας το οποίο στην πραγματικότητα αφορά όλη την Ευρώπη». Αλλά είναι κυρίως η σύνδεση μας γύρω από τη βία στο σχολείο που με έκανε να σας γνωρίσω και να σας αναγνωρίσω στο βαθμό που μου φάνηκε σημαντικό να σας καλέσω να παρουσιάσετε τις εργασίες σας και την εμπειρία σας στη «Διεθνή Διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Σχολείο» στη Σορβώνη το 2010.
Οι έρευνες σας στο θέμα της βίας στο σχολείο και της νεανικής παραβατικότητας έχουν συμβάλει στο διάλογο και τη συνειδητοποίηση της σχέσης μεταξύ σχολικής αποτυχίας και βίας στο σχολείο. Έχετε καταφέρει να εμπνεύσετε την Κυβέρνηση της Κύπρου στο να εφαρμόσει μια σειρά προληπτικά μέτρα από τα οποία το σημαντικότερο ήταν η εισαγωγή από το 2003 των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας. Δεν θα ήταν υπερβολή να σκεφθεί κανείς πως έχετε διαποτίσει το κοινωνικό πεδίο με τις εργασίες σας. Πολλά μέτρα φέρουν το στίγμα σας: ο εκδημοκρατισμός των σχολικών κανονισμών Μέσης Παιδείας, η δημιουργία της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, το Συμβούλιο Πρόληψης Εγκλήματος, η Συντονιστική Επιτροπή Αγωγής Υγείας και Πολιτότητας, το Παρατηρητήριο για τη Βία στο Σχολείο, το Ανοιχτό Σχολείο, οι Αίθουσες Ψυχαγωγίας στα σχολεία, καθώς επίσης και η προώθηση διαφόρων καινοτόμων παιδαγωγικών πρακτικών και νομοθεσιών πάνω στην πρόληψη και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη σχολική αποτυχία και τη βία στο σχολείο. Και αυτό δεν είναι το τέλος – με γεμίζει χαρά η πιθανότητα πως θα μας προσφέρετε με το Παρατηρητήριο για τη Βία στο Σχολείο, μέσα από τις έρευνες θυματοποίησης, στις οποίες συνεργαζόμαστε, τη δυνατότητα να προχωρήσουμε μαζί τη συγκριτική έρευνα και τη δράση. Για να θεραπεύσουμε το σχολείο
.

Καθηγητής Eric Debarbieux,
Πρόεδρος του Διεθνούς Παρατηρητηρίου
για τη Βία στο Σχολείο,
Πανεπιστήμιο Bordeaux-Segalen, Γαλλία

********************************************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του Συγγραφέα

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1952. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Aix- en- Provence στη Γαλλία (Université Aix- Marseille I) όπου πήρε το πτυχίο Ψυχολογίας (Licence) και το μεταπτυχιακό τίτλο (Maîtrise) στη Ψυχολογία. Τα θέματα των δυο κύριων εργασιών της Maîtrise σχετίζονται με το πεδίο της Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας και της Ψυχανάλυσης. Στη συνέχεια εργάστηκε για δυο χρόνια ως Βοηθός Καθηγητής Εργαστηρίων στο Ινστιτούτο Διδακτικής και Παιδαγωγικών της Σχολής Ψυχολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου.

Το 1976 επέστρεψε στην Κύπρο και διορίστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού στην οποία και εργάζεται από τότε, κατέχοντας από το 2002 τη θέση του Ανώτερου Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου.

Το 1996 παρουσίασε τη Διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα «Λειτουργικός Αναλφαβητισμός: Σχολικός Αποκλεισμός και Σχολικός Πόνος» και αναγορεύτηκε Διδάκτορας με Άριστα (ομόφωνα).

Έχει διδάξει ως Επισκέπτης Αναπληρωτής Καθηγητής στο «Τμήμα Επιστημών της Αγωγής» της «Σχολής Ψυχολογίας και Επιστημών της Αγωγής»  του Πανεπιστημίου Aix- Marseille I θέματα που αφορούν στα γνωστικά αντικείμενα του Λειτουργικού Αναλφαβητισμού, και της Σχολικής Αποτυχίας σε μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές (1997-1999). Δίδαξε επίσης ως Ειδικός Επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, «Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών» (2000-2002) το μάθημα «Κοινωνική Απόκλιση». Έχει διδάξει επίσης στην Παιδαγωγική Ακαδημία (1978- 1980) και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρο (1987-2009) σε Προγράμματα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών και Διευθυντικού προσωπικού σε θέματα σχολικής αποτυχίας, λειτουργικού αναλφαβητισμού, βίας στο σχολείο, νεανικής παραβατικότητας, ναρκωτικών, ειδικής αγωγής.

Έχει κληθεί και συμμετάσχει σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια καταθέτοντας ανακοινώσεις σε θέματα που αφορούν στα πεδία της σχολικής αποτυχίας, λειτουργικού αναλφαβητισμού, βίας στο σχολείο, νεανικής παραβατικότητας, αγωγής υγείας, ναρκωτικών, εκπαιδευτικής ψυχολογίας, ειδικής αγωγής και ένταξης ατόμων με αναπηρίες.

Έχει διενεργήσει δεκάδες ερευνητικές εργασίες και μελέτες στα πιο πάνω θέματα, πολλές από τις οποίες εκδόθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού καθώς και άλλους φορείς. Δημοσίευσε σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και της Γαλλίας, καθώς και σε πρακτικά επιστημονικών συμποσίων δεκάδες άρθρα και μελέτες.

Έχει εκδώσει τρία βιβλία: «Λειτουργικός Αναλφαβητισμός και Σχολικός Πόνος» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 1997 (2η έκδοση), «Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Σχολικής Αποτυχίας και του Λειτουργικού Αναλφαβητισμού» εκδ. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, 2000, και «Θεραπεύοντας το σχολείο» Εκδόσεις «νήσος» Αθήνα 2011. Επιμελήθηκε επίσης την έκδοση άλλων έξι βιβλίων.

Συμμετέχει στη Διεθνή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων «Πλατφόρμα Ηθικής και Δεοντολογίας» της Ομάδας Πομπιντού του Συμβουλίου της Ευρώπης από το 1996 (ομάδα συνεργασίας στον τομέα του αγώνα ενάντια στην κατάχρηση και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών).  Είναι μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Γενικής Διάσκεψης για την Ασφάλεια στο σχολείο του Γαλλικού Υπουργείου Παιδείας.

Διετέλεσε μέλος του «Αντιναρκωτικού Συμβουλίου Κύπρου» από της ιδρύσεως του το 2001 μέχρι το Νοέμβρη του 2010. Είναι μέλος του  «Συμβουλίου Εγκληματικότητας» από της ιδρύσεως του το 2004. Είναι Επιστημονικός Συντονιστής του «Κυπριακού Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο», Πρόεδρος της «Μόνιμης Ομάδας Εργασίας για την Προαγωγή του Αλφαβητισμού και της Σχολικής Επιτυχίας» (Μ.Ο.Ε.Π.Α.Σ.Ε.), Πρόεδρος της «Συντονιστικής Επιτροπής Αγωγής Υγείας και Πολιτότητας» (Σ.Ε.Α.Υ.Π.), Υπεύθυνος για το Πρόγραμμα των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, και το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού στο Γυμνάσιο.

Είναι μέλος της «Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας» (Ε.Λ.Ψ.Ε.), του Επιστημονικού Συμβουλίου  του «Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ανάπτυξη των Δυνατοτήτων Όλων των Παιδιών». Συμμετείχε ως ιδρυτικό μέλος και μέλος του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του «Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου» και στη συνέχεια επί δεκαετία ως Πρόεδρος. Επιπρόσθετα, διετέλεσε Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Μεταρρυθμιστικού Ομίλου Λεμεσού, (Ε.Μ.Ο.Λ.) από το 1983 μέχρι το 1993.

Έχει επινοήσει το καινοτόμο «Πρόγραμμα Αλφαβητισμού στο Γυμνάσιο» το οποίο λειτούργησε πιλοτικά σε δυο σχολεία το 1989-91 και από τότε επεκτάθηκε σε όλα τα Γυμνάσια της Κύπρου. Το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού αναγνωρίστηκε από εμπειρογνώμονες διεθνών οργανισμών και καθηγητές Ελληνικών και ξένων Πανεπιστημίων που επισκέφθηκαν την Κύπρο και παρακολούθησαν τη λειτουργία του στα σχολεία. Σταθμό στη διεθνή αναγνώριση του Προγράμματος αποτέλεσε ειδικό συμπόσιο για τις παιδαγωγικές καινοτομίες  που οργανώθηκε στο Παρίσι το 1987 από το «Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ανάπτυξη των Δυνατοτήτων Όλων των Παιδιών» σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ των πέντε παιδαγωγικών καινοτομιών που επιλέγηκαν από τους Ευρωπαίους Εμπειρογνώμονες ήταν και το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού το οποίο κλήθηκε να παρουσιάσει. Αργότερα, κλήθηκε και παρουσίασε το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού σε διεθνές συνέδριο της Ουνέσκο («Πρόγραμμα PRELUDE: Πρόγραμμα Έρευνας και Σύνδεσης Πανεπιστημίων για την Ανάπτυξη) στη Ρόδο το 1998. Το επιστημονικό περιοδικό «Psychologie et Education” (Ψυχολογία και Εκπαίδευση) του Γαλλικού Συνδέσμου Σχολικών Ψυχολόγων δημοσιεύοντας σχετικό επιστημονικό άρθρο του για το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού, το 2001, υπογράμμισε σε ειδικό σχόλιο του πως «….οι διατυπωθέντες στόχοι αποτελούν μια πραγματική χάρτα την οποία ο κάθε ψυχολόγος θα μπορούσε να υιοθετήσει. Όλα αυτά τα ενθαρρυντικά και άξια ενδιαφέροντος θα μπορούσαν να γίνουν και στη χώρα μας. Διαβάζοντας τα αποτελέσματα νομίζει κανείς πως ονειρεύεται. Ευτυχισμένη χώρα θα έλεγε κανείς».

Έχει εισηγηθεί τη λειτουργία των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας οι οποίες εισήχθησαν στο Κυπριακό Εκπαιδευτικό Σύστημα το 2003-2004 και αναπτύσσονται σταδιακά.

Είχε και έχει πάντοτε επίγνωση πως η ψυχολογία είναι η κατεξοχήν επιστήμη που ασχολείται με τον Άνθρωπο, την ανάπτυξη και την εσωτερική του απελευθέρωση, με το Λόγο της Ψυχής εν τη κοινωνία. Συνακόλουθα θεωρεί πως ο Ψυχολόγος καλείται να κοινωνήσει τον περί Ψυχής Λόγο υπερασπίζοντας τον όταν οι κοινωνικοί θεσμοί, οι νομοθεσίες, οι ιδεολογίες και οι κοινωνικές πρακτικές τον υπονομεύουν και τον μάχονται.

Προσπαθώντας να κοινωνήσει την Ψυχολογία μέσα από τις κοινωνικές παρεμβάσεις και την καθημερινή επαγγελματική του πρακτική έχει ασχοληθεί και συμβάλει στον προβληματισμό πάνω στα πιο κάτω θέματα:

-          Στην κατάχρηση του ηλεκτροσόκ από τα κρατικά νοσηλευτήρια και κάποιους ιδιώτες ψυχιάτρους. Με παρεμβάσεις του στα Μ.Μ.Ε. συνέβαλε στο δραστικό περιορισμό της χρήσης του ηλεκτροσόκ σύμφωνα και με δημόσια παραδοχή του τότε διευθυντή του Κρατικού Ψυχιατρείου (συνέντευξη στον «Κήρυκα» 25-7-82)

-          Στο ζήτημα της υπερπροβολής από τα Μ.Μ.Ε. των αποπειρών και των αυτοκτονιών. Συνέγραψε με μια συνάδελφο επιστημονική μελέτη η οποία αναφέρεται στο ρόλο των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση των αυτοκτονιών δια της «Επίδρασης Βέρθερου» (μίμηση κοινωνικών προτύπων). Η μελέτη γράφτηκε το 1993 και δημοσιοποιήθηκε σε ειδικές συσκέψεις με εκπροσώπους των Μ.Μ.Ε. όπου αποφασίστηκε η αποφυγή της δημοσιοποίησης των αυτοκτονιών και ιδιαίτερα με φωτογραφίες στην πρώτη σελίδα. Παράλληλα το 1997 απέστειλε επιστολή προς το Γενικό Εισαγγελέα τεκμηριώνοντας με ερευνητικά δεδομένα το φαινόμενο της «επιδημίας» αυτοκτονιών μετά από προβολή από τα Μ.Μ.Ε. ζητώντας του να παρέμβει.

-          Στην απαγόρευση δια Νόμου της διαφήμισης παιδικών παιγνιδιών κατά τις ώρες που βλέπουν τηλεόραση τα παιδιά από το πρωί μέχρι τις 11 το βράδυ κατά τη διάρκεια των σχολικών αργιών και του Σαββατοκύριακου. Με άρθρα στα Μ.Μ.Ε. και παραστάσεις προς τη Βουλή ως Πρόεδρος του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου προκάλεσε τη νομοθετική προστασία των παιδιών από την «πλύση εγκεφάλου» της διαφήμισης παιδικών παιγνιδιών.

-          Στην απόρριψη από τη Βουλή πρότασης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για εισαγωγή στους Κανονισμούς Λειτουργίας των Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης πρόνοιας για «αποβολή δια παντός από όλα τα σχολεία της Κύπρου». Ως πρόεδρος του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, ζήτησε και παρευρέθηκε στη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας (Ιούνιος 1990) όπου διατύπωσε την θέση πως μια τέτοια πρόνοια ισοδυναμεί με «σχολική θανατική ποινή» και παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα στην Εκπαίδευση. Η ευρεία δημοσιότητα στα Μ.Μ.Ε που δόθηκε στις θέσεις του Συνδέσμου Ψυχολόγων οδήγησε στην ανατροπή μιας αντιδημοκρατικής και αντιπαιδαγωγικής μεθόδευσης.

-          Στην αποτροπή της επαναφοράς της θανατικής ποινής που μελετούσε η Κυβέρνηση το 1987. Με ανακοίνωση που συνέγραψε μετά από βιβλιογραφική έρευνα, ως Πρόεδρος του Συνδέσμου Ψυχολόγων και με ενημερωτική διαφωτιστική εκστρατεία στα Μ.Μ.Ε. απετράπη η μεθόδευση της επαναφοράς της θανατικής ποινής [«Η θανατική ποινή είναι βάρβαρη και αναποτελεσματική», 23/7/1987, Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου].

-          Στην προώθηση του θεσμού του σπιτιού στην κοινότητα και στη σταδιακή κατάργηση των ιδρυμάτων για παιδιά και άτομα με νοητικές ή άλλες αναπηρίες. Εκτός από τη διενέργεια επιστημονικών συνεδρίων με ειδικούς από το εξωτερικό, τις συχνές παρεμβάσεις στα Μ.Μ.Ε., συνέγραψε και εκτενή επιστημονική μελέτη με θέμα «Πρόληψη της Νοητικής Αναπηρίας» (1993) ως μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τη Νοητική Καθυστέρηση.

-          Στη μετατόπιση της ηλικίας εισδοχής στο Δημοτικό από τα πέντε χρόνια και έξη μήνες στα πέντε και οκτώ κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου η οποία τεκμηριώθηκε με τα ευρήματα έρευνας του για τη σχέση ηλικίας εισδοχής στο Δημοτικό και Λειτουργικού Αναλφαβητισμού (αρ. Απόφασης 46.201, 11 Ιουνίου 1997). Στην Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο (Αρ. Πρότασης 583/97 ημερομηνία 20 Μαΐου 1997) το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού παραθέτει ερευνητικά δεδομένα από την έρευνα του «Ηλικία εισδοχής στο Δημοτικό και Λειτουργικός Αναλφαβητισμός», 1992-1995.

-          Στον εκδημοκρατισμό των κανονισμών λειτουργίας των σχολείων Μέσης Παιδείας (Νόμος 591/2005). Ως μέλος της Ειδικής Επιτροπής του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, εισηγήθηκε και περιλήφθηκαν στη νέα νομοθεσία θέματα  που αφορούν στα δικαιώματα των μαθητών με βάση τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, την υποχρέωση του σχολείου να παρέχει προγράμματα προαγωγής της υγείας, πολιτότητας, ψυχολογικής βοήθειας και υποστήριξης, την εφαρμογή των βασικών αρχών δικαίου και την οριοθέτηση συγκεκριμένων παιδαγωγικών μέτρων για κάθε παράπτωμα.

-          Στη δημιουργία της «Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας», του «Συμβουλίου Εγκληματικότητας», της «Συντονιστικής Επιτροπής Αγωγής Υγείας και Πολιτότητας» του «Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο», του «Ανοικτού Σχολείου», της «Αίθουσας Ψυχαγωγίας και Δημιουργικής Απασχόλησης» στα σχολεία.

-          Στην προώθηση του θεσμού εξειδικευμένου κρατικού φορέα για την νεολαία  με τη δημιουργία της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς που αργότερα μετονομάστηκε σε Φορέα και Οργανισμό Νεολαίας.

-          Στην  προώθηση του θεσμού της κοινοτικής εργασίας για την μεταχείριση του ανηλίκων παραβατών.

-          Στην προώθηση προγραμμάτων, θεσμικών αλλαγών και παιδαγωγικών πρακτικών που αφορούν στην πρόληψη και την αντιμετώπιση του σχολικού αποκλεισμού, της σχολικής αποτυχίας, του λειτουργικού αναλφαβητισμού, της βίας στο σχολείο και της νεανικής παραβατικότητας.

-          Τέλος, σε διεθνές επίπεδο, στα πλαίσια της εργασίας της Διεθνούς Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων «Πλατφόρμα Ηθικής και Δεοντολογίας» της Ομάδας Πομπιντού του Συμβουλίου της Ευρώπης συνέβαλε στην αμφισβήτηση των ερευνών για το περιβόητο «εμβόλιο κατά της κοκαΐνης» το οποίο προωθεί Αμερικάνικη Πολυεθνική Εταιρεία. Η «Πλατφόρμα Ηθικής και Δεοντολογίας» σε γνωμάτευση της τον Ιούνιο του 2010 η οποία υιοθετήθηκε από τη Διάσκεψη των Υπουργών σχετικών με τα ναρκωτικά του Συμβουλίου της Ευρώπης το Νοέμβριο του 2010 υπογραμμίζει τα ηθικά και δεοντολογικά προβλήματα που εγείρονται από την εφαρμογή ενός τέτοιου «εμβολίου». Η γνωμάτευση της Πλατφόρμας ήταν ένας από τους παράγοντες που ώθησαν στην αναστολή των ερευνών για το «εμβόλιο» κατά της κοκαΐνης στην Ιταλία σύμφωνα με τηλεγράφημα του Ιταλικού Πρακτορείου Ειδήσεων ANSA στις 06.01.2011.

---------------------------------------------------------------------------------------------------

Webmaster: Για επικοινωνία με τον Συγγραφέα μπορείτε να αποστείλετε E-mail: Michalis Papadopoulos [mpapadopsy@gmail.com]


   

 
 
Copyright © 2000 - Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος Όροι Χρήσης Online Επισκέπτες: 35
Τελευταία ενημέρωση : 11 Ιούνιος 2019